μηκωνικός


μηκωνικός
μηκωνικός, zum Mohn gehörig, σπερμάτια μηκωνικά, mohnähnlicher Samen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μηκωνικός — ή, ό (Α μηκωνικός, ή, όν) [μήκων] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη μήκωνα ή αυτός που μοιάζει με τη μήκωνα …   Dictionary of Greek

  • μηκωνάριος — μηκωνάριος, ία, ον (Α) [μήκων] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο φυτό μήκων, μηκωνικός 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ μηκωνάριον (υποκορ. τού μήκων) μικρή παπαρούνα …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.